Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La demostración
01
απόδειξη, αποδεικτικό
explicación o evidencia que prueba algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
demostraciones
Παραδείγματα
Su demostración justificó la decisión.
Η απόδειξή του δικαιολόγησε την απόφαση.
02
επίδειξη
exhibición o presentación pública de algo
Παραδείγματα
La demostración culinaria enseñó nuevas recetas.
Η γαστρονομική επίδειξη δίδαξε νέες συνταγές.



























