la dehesa

Ορισμός και σημασία του "dehesa"στα ισπανικά

01

βοσκότοπος

terreno de pasto, generalmente con árboles, usado para el ganado
la dehesa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dehesas
Παραδείγματα
Gestionan la dehesa para la cría de animales.
Διαχειρίζονται το ντεέσα για την εκτροφή ζώων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store