Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
decantar
01
επιλέγω, κλίνω προς
inclinarse por una opción u otra al tomar una decisión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decanto
γ΄ ενικό πρόσωπο
decanta
ενεστώτα μετοχή
decantando
απλός αόριστος
decantó
παθητική μετοχή
decantado
Παραδείγματα
Me decanté por la opción más económica.
Κλίνω προς την πιο οικονομική επιλογή.
02
κλίνω προς, προτιμώ
mostrar preferencia o inclinación hacia algo o alguien
Παραδείγματα
Me decanto por las películas de ciencia ficción.
Κλίνω προς τα ταινίες επιστημονικής φαντασίας.



























