Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debilitar
01
αποδυναμώνω
hacer que algo o alguien pierda fuerza, intensidad o eficacia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
debilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
debilitá
ενεστώτα μετοχή
debilitando
απλός αόριστος
debilitó
παθητική μετοχή
debilitado
Παραδείγματα
Las divisiones internas debilitaron al partido.
Οι εσωτερικές διαιρέσεις εξάσκησαν το κόμμα.
02
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
perder fuerza, energía o vitalidad de manera gradual
Παραδείγματα
Sin apoyo, su determinación terminó debilitándose.
Χωρίς υποστήριξη, η αποφασιστικότητά του κατέληξε να αποδυναμώνεται.



























