Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
debilitar
01
αποδυναμώνω
hacer que algo o alguien pierda fuerza, intensidad o eficacia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
debilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
debilitá
ενεστώτα μετοχή
debilitando
απλός αόριστος
debilitó
παθητική μετοχή
debilitado
Παραδείγματα
La crisis económica debilitó a la empresa.
Η οικονομική κρίση εξασθένησε την εταιρεία.
02
αποδυναμώνω, εξασθενίζω
perder fuerza, energía o vitalidad de manera gradual
Παραδείγματα
Con el paso de los días, su ánimo se fue debilitando.
Με το πέρασμα των ημερών, το ηθικό του σταδιακά αποδυνάμωσε.



























