dañino

Ορισμός και σημασία του "dañino"στα ισπανικά

01

ενοχλητικός, ενοχλητικός

que causa molestia o incomodidad
dañino definition and meaning
Παραδείγματα
El sonido dañino del timbre despertó a todos.
Ο επιβλαβής ήχος του κουδουνιού ξύπνησε όλους.
02

επιβλαβής, βλαβερός

que causa daño o perjuicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dañino
συγκριτικός βαθμός
más dañino
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dañino
αρσενικό πληθυντικό
dañinos
θηλυκό ενικό
dañina
θηλυκό πληθυντικό
dañinas
Παραδείγματα
Es dañino ignorar las señales de advertencia.
Είναι επιβλαβές να αγνοείς τα σήματα προειδοποίησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store