nico
ˈθi
thi
ni
ni
ni
co
ko
ko
cívicoclínicocónico

Ορισμός και σημασία του "cínico"στα ισπανικά

01

κυνικός

que muestra desconfianza hacia la sinceridad o bondad de los demás 
cínico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cínico
συγκριτικός βαθμός
más cínico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cínico
αρσενικό πληθυντικό
cínicos
θηλυκό ενικό
cínica
θηλυκό πληθυντικό
cínicas
θεματικό πεδίο
actitud, comportamiento, psicología
Παραδείγματα
Ella tiene una actitud cínica ante la política. 

Έχει μια κυνική στάση απέναντι στην πολιτική.

01

κυνικός, κυνικό άτομο

persona que desconfía de la sinceridad o bondad de los demás 
el cínico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cínicos
αρσενικό ενικό
cínico
θηλυκό ενικό
cínica
neutral form
persona cínica
Παραδείγματα
Juan es un cínico que nunca confía en nadie. 

Ο Χουάν είναι ένας κυνικός που δεν εμπιστεύεται ποτέ κανέναν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store