Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cínico
01
κυνικός
que muestra desconfianza hacia la sinceridad o bondad de los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cínico
συγκριτικός βαθμός
más cínico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cínico
αρσενικό πληθυντικό
cínicos
θηλυκό ενικό
cínica
θηλυκό πληθυντικό
cínicas
Παραδείγματα
Los periodistas cínicos cuestionan todo lo que dice el gobierno.
Οι κυνικοί δημοσιογράφοι αμφισβητούν ό,τι λέει η κυβέρνηση.
El cínico
[gender: masculine]
01
κυνικός, κυνικό άτομο
persona que desconfía de la sinceridad o bondad de los demás
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cínicos
Παραδείγματα
La sociedad necesita menos cínicos y más colaboradores.
Η κοινωνία χρειάζεται λιγότερους κυνικούς και περισσότερους συνεργάτες.



























