el creyente

Ορισμός και σημασία του "creyente"στα ισπανικά

El creyente
[gender: masculine]
01

πιστός, πιστεύων

persona que tiene fe o cree en una religión o en principios espirituales
el creyente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
creyentes
Παραδείγματα
Cada creyente interpreta los textos sagrados de manera diferente.
Κάθε πιστός ερμηνεύει τα ιερά κείμενα με διαφορετικό τρόπο.
01

πιστός

que tiene fe o cree en una religión o en principios espirituales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más creyente
συγκριτικός βαθμός
más creyente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
creyente
αρσενικό πληθυντικό
creyentes
θηλυκό ενικό
creyente
θηλυκό πληθυντικό
creyentes
Παραδείγματα
La familia creyente celebra todas las festividades religiosas.
Η πιστή οικογένεια γιορτάζει όλες τις θρησκευτικές εορτές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store