cremar
cre
kɾe
kre
mar
ˈmaɾ
mar
cromarcrear

Ορισμός και σημασία του "cremar"στα ισπανικά

cremar
01

κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω

reducir un cadáver a cenizas mediante fuego 
cremar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cremo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crema
ενεστώτα μετοχή
cremando
απλός αόριστος
cremó
παθητική μετοχή
cremado
Παραδείγματα
Decidieron cremar al abuelo después del funeral. 

Αποφάσισαν να κρεμάσουν τον παππού μετά την κηδεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store