Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cremar
01
κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω
reducir un cadáver a cenizas mediante fuego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cremo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crema
ενεστώτα μετοχή
cremando
απλός αόριστος
cremó
παθητική μετοχή
cremado
Παραδείγματα
Después de cremar al difunto, guardaron las cenizas en una urna.
Μετά την κρέμαση του νεκρού, φύλαξαν τις στάχτες σε μια τεφροδόχο.



























