Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El crimen
[gender: masculine]
01
έγκλημα, αδίκημα
acto ilegal que causa daño o perjuicio a otras personas
Παραδείγματα
El crimen afecta la seguridad de la comunidad.
Το έγκλημα επηρεάζει την ασφάλεια της κοινότητας.



























