Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corromper
01
δωροδοκώ, διαφθείρω
dar dinero o regalos a alguien para que actúe de forma deshonesta
Παραδείγματα
Ofrecieron una gran suma de dinero para corromper al testigo clave.
Πρόσφεραν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να δωροδοκήσουν τον κύριο μάρτυρα.
02
διαφθείρω, καταστρέφω
hacer que alguien o algo se vuelva deshonesto o inmoral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
corrompo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrompe
ενεστώτα μετοχή
corrompiendo
απλός αόριστος
corrompió
παθητική μετοχή
corrompido
Παραδείγματα
Su misión era infiltrarse en el grupo y corromperlo desde dentro.
Η αποστολή του ήταν να διεισδύσει στην ομάδα και να την διαφθείρει από μέσα.



























