convencer

Ορισμός και σημασία του "convencer"στα ισπανικά

convencer
01

πείθω

lograr que alguien acepte una idea o haga algo mediante razones o argumentos
convencer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convenzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
convence
ενεστώτα μετοχή
convenciendo
απλός αόριστος
convenció
παθητική μετοχή
convencido
Παραδείγματα
Ella me convenció de probar un deporte nuevo.
Με έπεισε να δοκιμάσω ένα νέο άθλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store