Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contratante
01
συμβαλλόμενο μέρος
persona o entidad que firma un contrato con otra parte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contratantes
Παραδείγματα
El contratante solicitó cambios en el proyecto.
Ο συμβαλλόμενος ζήτησε αλλαγές στο έργο.



























