Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contraer
01
κολλώ, αποκτώ
adquirir o comenzar a tener algo, como una enfermedad, una deuda o un compromiso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contrae
ενεστώτα μετοχή
contrayendo
απλός αόριστος
contrajo
παθητική μετοχή
contraído
Παραδείγματα
Se puede contraer el virus a través del agua contaminada.
Ο ιός μπορεί να κολλήσει μέσω μολυσμένου νερού.
02
συστέλλομαι, συμπιέζομαι
hacerse más pequeño o más tenso, como un músculo o una sustancia
Παραδείγματα
El material se contrae con las bajas temperaturas.
Το υλικό συστέλλεται με τις χαμηλές θερμοκρασίες.



























