Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contraer
01
κολλώ, αποκτώ
adquirir o comenzar a tener algo, como una enfermedad, una deuda o un compromiso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contrae
ενεστώτα μετοχή
contrayendo
απλός αόριστος
contrajo
παθητική μετοχή
contraído
Παραδείγματα
Es fácil contraer una infección en una herida sucia.
Είναι εύκολο να κολλήσετε μόλυνση σε ένα βρώμικο τραύμα.
02
συστέλλομαι, συμπιέζομαι
hacerse más pequeño o más tenso, como un músculo o una sustancia
Παραδείγματα
El músculo se contrae y se relaja con cada movimiento.
Ο μυς συστέλλεται και χαλαρώνει με κάθε κίνηση.



























