la confiscación

Ορισμός και σημασία του "confiscación"στα ισπανικά

La confiscación
01

κατάσχεση, παραχώρηση

el acto legal de quitarle los bienes a una persona como pena o por orden de una autoridad
la confiscación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
confiscaciones
Παραδείγματα
La confiscación de armas ilegales es una prioridad.
Η κατάσχεση των παράνομων όπλων είναι προτεραιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store