Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La confiscación
01
κατάσχεση, παραχώρηση
el acto legal de quitarle los bienes a una persona como pena o por orden de una autoridad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
confiscaciones
Παραδείγματα
La confiscación de sus propiedades fue ordenada por el juez.
Η κατάσχεση των ιδιοκτησιών του διατάχθηκε από τον δικαστή.



























