Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La concepción
[gender: feminine]
01
γονιμοποίηση, σύλληψη
fertilización del óvulo, inicio del embarazo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Algunas parejas tienen dificultades para lograr la concepción.
Μερικά ζευγάρια αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επίτευξη της σύλληψης.
02
έννοια, ιδέα
idea, noción o creencia que se tiene sobre algo
Παραδείγματα
Los filósofos debatieron sobre la concepción de la realidad.
Οι φιλόσοφοι συζήτησαν για την έννοια της πραγματικότητας.



























