Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conceder
01
χορηγώ
dar algo a alguien, especialmente como un derecho, permiso o premio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
concedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concede
ενεστώτα μετοχή
concediendo
απλός αόριστος
concedí
παθητική μετοχή
concedido
Παραδείγματα
El club concedió una membresía honoraria.
Ο σύλλογος χορήγησε μια τιμητική ιδιότητα μέλους.



























