concebir

Ορισμός και σημασία του "concebir"στα ισπανικά

concebir
01

συλλαμβάνω, μείνω έγκυος

quedar embarazada o formar un feto en el útero
concebir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
concibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concibe
ενεστώτα μετοχή
concibiendo
απλός αόριστος
concibió
παθητική μετοχή
concebido
Παραδείγματα
Los médicos dieron consejos para concebir de manera segura.
Οι γιατροί έδωσαν συμβουλές για ασφαλή σύλληψη.
02

σχεδιάζω, φαντάζομαι

formar una idea o imagen en la mente, imaginar
concebir definition and meaning
Παραδείγματα
Concebimos una estrategia para mejorar la enseñanza.
Σχεδιάζω μια στρατηγική για τη βελτίωση της διδασκαλίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store