Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concebir
01
συλλαμβάνω, μείνω έγκυος
quedar embarazada o formar un feto en el útero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
concibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concibe
ενεστώτα μετοχή
concibiendo
απλός αόριστος
concibió
παθητική μετοχή
concebido
Παραδείγματα
Ella logró concebir después de varios intentos.
Κατάφερε να μείνει έγκυος μετά από αρκετές προσπάθειες.
02
σχεδιάζω, φαντάζομαι
formar una idea o imagen en la mente, imaginar
Παραδείγματα
No puedo concebir cómo sucedió el accidente.
Δεν μπορώ να φανταστώ πώς συνέβη το ατύχημα.



























