concebir
con
kon
κον
ce
θe
θε
bir
ˈβiɾ
βιρ
concernirconcluir

Ορισμός και σημασία του "concebir"στα ισπανικά

concebir
01

συλλαμβάνω, μείνω έγκυος

quedar embarazada o formar un feto en el útero 
concebir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
concibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concibe
ενεστώτα μετοχή
concibiendo
απλός αόριστος
concibió
παθητική μετοχή
concebido
Παραδείγματα
Ella logró concebir después de varios intentos. 

Κατάφερε να μείνει έγκυος μετά από αρκετές προσπάθειες.

02

σχεδιάζω, φαντάζομαι

formar una idea o imagen en la mente, imaginar 
concebir definition and meaning
Παραδείγματα
No puedo concebir cómo sucedió el accidente. 

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς συνέβη το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store