Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La competitividad
01
ανταγωνιστικότητα
capacidad o tendencia a competir y mantener ventaja frente a otros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La competitividad de la empresa ha aumentado este año.
Η ανταγωνιστικότητα της εταιρείας αυξήθηκε φέτος.



























