Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La competitividad
01
ανταγωνιστικότητα
capacidad o tendencia a competir y mantener ventaja frente a otros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El país busca mejorar su competitividad global.
Η χώρα επιδιώκει να βελτιώσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της.



























