Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comerciar
01
εμπορεύομαι
comprar y vender productos o servicios con fines comerciales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
comercio
γ΄ ενικό πρόσωπο
comercia
ενεστώτα μετοχή
comerciando
απλός αόριστος
comerció
παθητική μετοχή
comerciado
Παραδείγματα
La empresa comercia tecnología a nivel internacional.
Η εταιρεία εμπορεύεται τεχνολογία σε διεθνές επίπεδο.



























