comerciar
comerciar

Ορισμός και σημασία του "comerciar"στα ισπανικά

comerciar
01

εμπορεύομαι

comprar y vender productos o servicios con fines comerciales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
comercio
γ΄ ενικό πρόσωπο
comercia
ενεστώτα μετοχή
comerciando
απλός αόριστος
comerció
παθητική μετοχή
comerciado
Παραδείγματα
Ellos comercian productos locales en el mercado. 

Αυτοί εμπορεύονται τοπικά προϊόντα στην αγορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store