Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El comercio
01
εμπόριο
actividad de comprar y vender productos o servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comercios
Παραδείγματα
El comercio entre países es fundamental para la economía.
Το εμπόριο μεταξύ χωρών είναι θεμελιώδες για την οικονομία.
02
κατάστημα, εμπόριο
establecimiento donde se venden productos o servicios
Παραδείγματα
El comercio de la esquina vende frutas frescas.
Το εμπόριο στη γωνία πουλάει φρέσκα φρούτα.



























