cometer
Pronunciation
/kˌometˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "cometer"στα ισπανικά

cometer
01

διαπράττω

realizar un error, falta o delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cometo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comete
ενεστώτα μετοχή
cometiendo
απλός αόριστος
cometí
παθητική μετοχή
cometido
Παραδείγματα
Cometer un crimen es responsabilidad de quien lo hace.
Το να διαπράξει κάποιος ένα έγκλημα είναι ευθύνη αυτού που το κάνει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store