Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cometer
01
διαπράττω
realizar un error, falta o delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cometo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comete
ενεστώτα μετοχή
cometiendo
απλός αόριστος
cometí
παθητική μετοχή
cometido
Παραδείγματα
Cometió un delito y fue arrestado.
Διέπραξε ένα έγκλημα και συνελήφθη.
Λεξικό Δέντρο
cometer
meter



























