cometer
co
ko
ko
me
me
me
ter
ˈteɾ
ter
comer

Ορισμός και σημασία του "cometer"στα ισπανικά

cometer
01

διαπράττω

realizar un error, falta o delito 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cometo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comete
ενεστώτα μετοχή
cometiendo
απλός αόριστος
cometí
παθητική μετοχή
cometido
Παραδείγματα
Cometió un delito y fue arrestado. 

Διέπραξε ένα έγκλημα και συνελήφθη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store