el comercio
Pronunciation
/komˈɛɾθjo/

Ορισμός και σημασία του "comercio"στα ισπανικά

01

εμπόριο

actividad de comprar y vender productos o servicios
el comercio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comercios
Παραδείγματα
El comercio de bienes y servicios genera empleo.
Το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών δημιουργεί απασχόληση.
02

κατάστημα, εμπόριο

establecimiento donde se venden productos o servicios
el comercio definition and meaning
Παραδείγματα
Los comercios pequeños necesitan apoyo para crecer.
Τα μικρά εμπορικά καταστήματα χρειάζονται υποστήριξη για να αναπτυχθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store