combinar
com
kom
kom
bi
bi
bi
nar
ˈnaɾ
nar
conminarconfinar

Ορισμός και σημασία του "combinar"στα ισπανικά

combinar
01

συνδυάζω

mezclar diferentes elementos para formar una unidad 
combinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
combino
γ΄ ενικό πρόσωπο
combina
ενεστώτα μετοχή
combinando
απλός αόριστος
combinó
παθητική μετοχή
combinado
Παραδείγματα
Para hacer el color lila, debes combinar rojo y azul. 

Για να φτιάξετε το χρώμα λιλά, πρέπει να συνδυάσετε το κόκκινο και το μπλε.

02

συνδυάζω, ταιριάζω

poner prendas de vestir o accesorios que armonizan bien entre sí 
combinar definition and meaning
Παραδείγματα
¿Esta corbata combina con mi camisa? 

Αυτή η γραβάτα ταιριάζει με το πουκάμισό μου;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store