Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combinar
01
συνδυάζω
mezclar diferentes elementos para formar una unidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
combino
γ΄ ενικό πρόσωπο
combina
ενεστώτα μετοχή
combinando
απλός αόριστος
combinó
παθητική μετοχή
combinado
Παραδείγματα
Para hacer el color lila, debes combinar rojo y azul.
Για να φτιάξετε το χρώμα λιλά, πρέπει να συνδυάσετε το κόκκινο και το μπλε.
02
συνδυάζω, ταιριάζω
poner prendas de vestir o accesorios que armonizan bien entre sí
Παραδείγματα
¿Esta corbata combina con mi camisa?
Αυτή η γραβάτα ταιριάζει με το πουκάμισό μου;



























