Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combinar
01
συνδυάζω
mezclar diferentes elementos para formar una unidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
combino
γ΄ ενικό πρόσωπο
combina
ενεστώτα μετοχή
combinando
απλός αόριστος
combinó
παθητική μετοχή
combinado
Παραδείγματα
Combinemos nuestras ideas para encontrar una solución.
Ας συνδυάσουμε τις ιδέες μας για να βρούμε μια λύση.
02
συνδυάζω, ταιριάζω
poner prendas de vestir o accesorios que armonizan bien entre sí
Παραδείγματα
Los colores de su outfit combinan a la perfección.
Τα χρώματα της ενδυμασίας της συνδυάζονται τέλεια.



























