cojear

Ορισμός και σημασία του "cojear"στα ισπανικά

cojear
01

κουτσαίνω, περπατώ κουτσά

caminar de manera desigual o dificultosa, generalmente por dolor o lesión en una pierna
cojear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cojeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cojea
ενεστώτα μετοχή
cojeando
απλός αόριστος
cojeó
παθητική μετοχή
cojeado
Παραδείγματα
El anciano cojea pero sigue paseando cada día.
Ο ηλικιωμένος άντρας κουτσαίνει αλλά συνεχίζει να περπατάει κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store