Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cojear
01
κουτσαίνω, περπατώ κουτσά
caminar de manera desigual o dificultosa, generalmente por dolor o lesión en una pierna
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cojeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cojea
ενεστώτα μετοχή
cojeando
απλός αόριστος
cojeó
παθητική μετοχή
cojeado
Παραδείγματα
Después del accidente, Juan cojeaba al caminar.
Μετά το ατύχημα, ο Χουάν κουτσούλευε ενώ περπατούσε.



























