Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coherente
01
συνεπής, λογικός
que tiene conexión lógica y mantiene consistencia en ideas o acciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más coherente
συγκριτικός βαθμός
más coherente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
coherente
αρσενικό πληθυντικό
coherentes
θηλυκό ενικό
coherente
θηλυκό πληθυντικό
coherentes
θεματικό πεδίο
razonamiento, comunicación, lógica
Παραδείγματα
Su discurso fue claro y coherente.
Η ομιλία του ήταν σαφής και συνεκτική.
LanGeek



























