coherente
co
ko
ko
he
e
e
ren
ˈɾen
ren
te
te
te
imponentecrujientegradienteelocuente

Ορισμός και σημασία του "coherente"στα ισπανικά

01

συνεπής, λογικός

que tiene conexión lógica y mantiene consistencia en ideas o acciones 
coherente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más coherente
συγκριτικός βαθμός
más coherente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
coherente
αρσενικό πληθυντικό
coherentes
θηλυκό ενικό
coherente
θηλυκό πληθυντικό
coherentes
θεματικό πεδίο
razonamiento, comunicación, lógica
Παραδείγματα
Su discurso fue claro y coherente. 

Η ομιλία του ήταν σαφής και συνεκτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store