Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chispear
01
λαμπυρίζω, αστράφτω
brillar con pequeños destellos o chispas de luz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chispeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chispea
ενεστώτα μετοχή
chispeando
απλός αόριστος
chispeó
παθητική μετοχή
chispeado
Παραδείγματα
Las estrellas chispeaban en el cielo.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό.
02
αστράφτω, λαμπυρίζω
emitir pequeñas chispas de luz o fuego
Παραδείγματα
El metal chispeaba al ser golpeado.
Το μέταλλο σπινθήριζε όταν χτυπιόταν.
03
ψιχαλίζει
llover suavemente en forma de gotas muy finas
Παραδείγματα
Está chispeando desde la mañana.
Ψιχαλίζει από το πρωί.



























