Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chispear
01
λαμπυρίζω, αστράφτω
brillar con pequeños destellos o chispas de luz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chispeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chispea
ενεστώτα μετοχή
chispeando
απλός αόριστος
chispeó
παθητική μετοχή
chispeado
Παραδείγματα
La joya chispeaba con la luz.
Το κόσμημα άστραφτε με το φως.
02
αστράφτω, λαμπυρίζω
emitir pequeñas chispas de luz o fuego
Παραδείγματα
La rueda del tren chispeaba al frenar.
Ο τροχός του τρένου σπινθήριζε κατά το φρενάρισμα.
03
ψιχαλίζει
llover suavemente en forma de gotas muy finas
Παραδείγματα
En la costa suele chispear en invierno.
Στην ακτή, συνήθως ψιχαλίζει τον χειμώνα.



























