chirriar
chirr
ˈʧir
chir
iar
jar
yar
palpitarfamiliaragarrardesplomar

Ορισμός και σημασία του "chirriar"στα ισπανικά

chirriar
01

τρίζω, τσιρίζω

producir un sonido agudo, estridente y desagradable 
chirriar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chirrío
γ΄ ενικό πρόσωπο
chirría
ενεστώτα μετοχή
chirriando
απλός αόριστος
chirrió
παθητική μετοχή
chirriado
Παραδείγματα
Las ruedas del coche chirriaban al frenar. 

Οι τροχοί του αυτοκινήτου τρίζουν κατά το φρενάρισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store