Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chirriar
01
τρίζω, τσιρίζω
producir un sonido agudo, estridente y desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chirrío
γ΄ ενικό πρόσωπο
chirría
ενεστώτα μετοχή
chirriando
απλός αόριστος
chirrió
παθητική μετοχή
chirriado
Παραδείγματα
Las ruedas del coche chirriaban al frenar.
Οι τροχοί του αυτοκινήτου τρίζουν κατά το φρενάρισμα.



























