chirriar

Ορισμός και σημασία του "chirriar"στα ισπανικά

chirriar
01

τρίζω, τσιρίζω

producir un sonido agudo, estridente y desagradable
chirriar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chirrío
γ΄ ενικό πρόσωπο
chirría
ενεστώτα μετοχή
chirriando
απλός αόριστος
chirrió
παθητική μετοχή
chirriado
Παραδείγματα
El chirriar del vidrio viejo era molesto.
Το τρίξιμο του παλιού γυαλιού ήταν ενοχλητικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store