chillar

Ορισμός και σημασία του "chillar"στα ισπανικά

chillar
01

φωνάζω, ουρλιάζω

gritar fuerte o emitir un sonido agudo
chillar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chilla
ενεστώτα μετοχή
chillando
απλός αόριστος
chilló
παθητική μετοχή
chillado
Παραδείγματα
Mi hermano siempre chilla cuando juega videojuegos.
Ο αδερφός μου φωνάζει πάντα όταν παίζει βιντεοπαιχνίδια.
02

κραυγάζω

llorar fuerte o ruidosamente
chillar definition and meaning
Παραδείγματα
Los alumnos chillaban cuando la maestra les dio tareas.
Οι μαθητές φώναζαν όταν η δασκάλα τους έδωσε εργασίες.
03

φωνάζω, ουρλιάζω

que algo no combina o no armoniza
Παραδείγματα
Los tonos de la pared chillan con los muebles.
Οι τόνοι του τοίχου φωνάζουν με τα έπιπλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store