chillar
chi
ʧi
chi
llar
ˈʎaɾ
liar
chiflar

Ορισμός και σημασία του "chillar"στα ισπανικά

chillar
01

φωνάζω, ουρλιάζω

gritar fuerte o emitir un sonido agudo 
chillar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chilla
ενεστώτα μετοχή
chillando
απλός αόριστος
chilló
παθητική μετοχή
chillado
Παραδείγματα
El bebé empezó a chillar en la tienda. 

Το μωρό άρχισε να φωνάζει στο κατάστημα.

02

κραυγάζω

llorar fuerte o ruidosamente 
chillar definition and meaning
Παραδείγματα
El niño chillaba porque se cayó. 

Το παιδί φώναζε επειδή έπεσε.

03

φωνάζω, ουρλιάζω

que algo no combina o no armoniza 
Παραδείγματα
Ese color chilla con tu vestido. 

Αυτό το χρώμα φωνάζει με το φόρεμά σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store