caucásico
ca
ka
ka
ucá
ˈwka
vka
si
si
si
co
ko
ko
clásico

Ορισμός και σημασία του "caucásico"στα ισπανικά

caucásico
01

καυκάσιος, λευκός

relativo a las personas de raza blanca o de origen europeo 
caucásico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caucásico
αρσενικό πληθυντικό
caucásicos
θηλυκό ενικό
caucásica
θηλυκό πληθυντικό
caucásicas
Παραδείγματα
Los investigadores estudiaron poblaciones caucásicas y africanas. 

Οι ερευνητές μελέτησαν καυκάσιους και αφρικανικούς πληθυσμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store