Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caucásico
01
καυκάσιος, λευκός
relativo a las personas de raza blanca o de origen europeo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caucásico
αρσενικό πληθυντικό
caucásicos
θηλυκό ενικό
caucásica
θηλυκό πληθυντικό
caucásicas
Παραδείγματα
Los investigadores estudiaron poblaciones caucásicas y africanas.
Οι ερευνητές μελέτησαν καυκάσιους και αφρικανικούς πληθυσμούς.



























