caucásico

Ορισμός και σημασία του "caucásico"στα ισπανικά

caucásico
01

καυκάσιος, λευκός

relativo a las personas de raza blanca o de origen europeo
caucásico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caucásico
αρσενικό πληθυντικό
caucásicos
θηλυκό ενικό
caucásica
θηλυκό πληθυντικό
caucásicas
Παραδείγματα
Es un hombre caucásico de complexión alta.
Είναι ένας καυκάσιος άνδρας ψηλής σωματικής διάπλασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store