calumniar

Ορισμός και σημασία του "calumniar"στα ισπανικά

calumniar
01

συκοφαντώ, δυσφημώ

acusar falsamente a alguien de un delito o falta con la intención de dañar su reputación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calumnio
γ΄ ενικό πρόσωπο
calumnia
ενεστώτα μετοχή
calumniando
απλός αόριστος
calumnió
παθητική μετοχή
calumniado
Παραδείγματα
La ley protege a los ciudadanos de ser calumniados sin pruebas.
Ο νόμος προστατεύει τους πολίτες από το να συκοφαντούνται χωρίς αποδείξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store