Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calumniar
01
συκοφαντώ, δυσφημώ
acusar falsamente a alguien de un delito o falta con la intención de dañar su reputación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
calumnio
γ΄ ενικό πρόσωπο
calumnia
ενεστώτα μετοχή
calumniando
απλός αόριστος
calumnió
παθητική μετοχή
calumniado
Παραδείγματα
Es muy grave calumniar a alguien acusándolo de un crimen.
Είναι πολύ σοβαρό να συκοφαντείς κάποιον κατηγορώντας τον για έγκλημα.



























