el calmante
Pronunciation
/kalmˈante/

Ορισμός και σημασία του "calmante"στα ισπανικά

El calmante
[gender: masculine]
01

παυσίπονο, αναλγητικό

medicamento que reduce el dolor o calma los nervios
el calmante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calmantes
Παραδείγματα
El calmante hizo efecto rápidamente.
Το ηρεμιστικό έκανε γρήγορα επίδραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store