Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calmado
01
ήρεμος, γαλήνιος
tranquilo, sereno, sin agitación ni ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más calmado
συγκριτικός βαθμός
más calmado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
calmado
αρσενικό πληθυντικό
calmados
θηλυκό ενικό
calmada
θηλυκό πληθυντικό
calmadas
Παραδείγματα
El mar estaba calmado después de la tormenta.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη μετά τη θύελλα.



























