Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autónomo
01
αυτόνομος, ανεξάρτητος
que funciona o existe por sí mismo, sin depender de otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más autónomo
συγκριτικός βαθμός
más autónomo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autónomo
αρσενικό πληθυντικό
autónomos
θηλυκό ενικό
autónoma
θηλυκό πληθυντικό
autónomas
Παραδείγματα
El robot tiene movimiento autónomo.
Το ρομπότ έχει αυτόνομη κίνηση.
02
αυτόνομος, ανεξάρτητος
que tiene el derecho o poder de gobernarse a sí mismo
Παραδείγματα
Es una región autónoma dentro del estado.
Είναι μια αυτόνομη περιοχή εντός του κράτους.
03
ανεξάρτητος, ελεύθερος επαγγελματίας
que trabaja por cuenta propia, sin ser empleado de una empresa
Παραδείγματα
Es diseñador gráfico autónomo.
Είναι ανεξάρτητος γραφίστας.



























