el autódromo
au
au
αου
tód
ˈtoð
τοδ
ro
ɾo
ρο
mo
mo
μο
autónomo

Ορισμός και σημασία του "autódromo"στα ισπανικά

01

αυτοκινητοδρόμιο, πίστα αγώνων

pista diseñada para competiciones de automovilismo 
el autódromo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autódromos
Παραδείγματα
El autódromo abrió sus puertas al público. 

Το αυτοκινητοδρόμιο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store