Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autosuficiente
01
αυτάρκης
que puede valerse por sí mismo sin ayuda externa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas autosuficiente
συγκριτικός βαθμός
mas autosuficiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autosuficiente
αρσενικό πληθυντικό
autosuficientes
θηλυκό ενικό
autosuficiente
θηλυκό πληθυντικό
autosuficientes
Παραδείγματα
Aprendió a vivir de forma autosuficiente.
Έμαθε να ζει με αυτοδύναμο τρόπο.
02
αυτάρεσκος,αλαζονικός, ازخودراضی
que muestra una actitud de superioridad o autosatisfacción
Παραδείγματα
Mostró una confianza autosuficiente exagerada.
Έδειξε μια υπερβολικά αυτάρκη αυτοπεποίθηση.



























