Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autosuficiente
01
αυτάρκης
que puede valerse por sí mismo sin ayuda externa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas autosuficiente
συγκριτικός βαθμός
mas autosuficiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autosuficiente
αρσενικό πληθυντικό
autosuficientes
θηλυκό ενικό
autosuficiente
θηλυκό πληθυντικό
autosuficientes
Παραδείγματα
Es una persona autosuficiente.
Είναι ένα αυτοδύναμο άτομο.
02
αυτάρεσκος,αλαζονικός, ازخودراضی
que muestra una actitud de superioridad o autosatisfacción
Παραδείγματα
Tenía una sonrisa autosuficiente después de ganar.
Είχε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο μετά τη νίκη.



























