Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El augurio
[gender: masculine]
01
πρόβλεψη, προμήνυμα
acción de anticipar o prever un hecho futuro
Παραδείγματα
Los augurios antiguos se usaban para decidir guerras.
Τα αρχαία μαντεία χρησιμοποιούνταν για να αποφασίζουν πολέμους.
02
οιωνός, προμήνυμα
señal que indica algo que puede ocurrir
Παραδείγματα
Ver un cometa rojo es un augurio de grandes cambios.
Το να δεις έναν κόκκινο κομήτη είναι ένα προμήνυμα μεγάλων αλλαγών.



























