Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atraer
01
προσελκύω
moverse hacia algo o alguien por una fuerza física o magnética
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrae
ενεστώτα μετοχή
atrayendo
απλός αόριστος
atrajo
παθητική μετοχή
atraído
Παραδείγματα
El imán atrae pequeños objetos de metal.
Ο μαγνήτης έλκει μικρά μεταλλικά αντικείμενα.
02
προκαλώ ενδιαφέρον
provocar interés o curiosidad en alguien
Παραδείγματα
El profesor sabe atraer la atención de los estudiantes.
Ο καθηγητής ξέρει να προσελκύει την προσοχή των μαθητών.



























