Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrapado
01
παγιδευμένος, εγκλωβισμένος
que está atrapado o no puede salir de un lugar o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atrapado
συγκριτικός βαθμός
más atrapado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atrapado
αρσενικό πληθυντικό
atrapados
θηλυκό ενικό
atrapada
θηλυκό πληθυντικό
atrapadas
Παραδείγματα
Estoy atrapado en el tráfico y no puedo moverme.
Είμαι παγιδευμένος στην κίνηση και δεν μπορώ να κινηθώ.



























