atrapado
Pronunciation
/ˌatɾapˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "atrapado"στα ισπανικά

01

παγιδευμένος, εγκλωβισμένος

que está atrapado o no puede salir de un lugar o situación
atrapado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atrapado
συγκριτικός βαθμός
más atrapado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atrapado
αρσενικό πληθυντικό
atrapados
θηλυκό ενικό
atrapada
θηλυκό πληθυντικό
atrapadas
Παραδείγματα
Estoy atrapado en el tráfico y no puedo moverme.
Είμαι παγιδευμένος στην κίνηση και δεν μπορώ να κινηθώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store