atrapado
at
at
ατ
ra
ɾa
ρα
pa
ˈpa
πα
do
ðo
δο
atrasado

Ορισμός και σημασία του "atrapado"στα ισπανικά

01

παγιδευμένος, εγκλωβισμένος

que está atrapado o no puede salir de un lugar o situación 
atrapado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atrapado
συγκριτικός βαθμός
más atrapado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atrapado
αρσενικό πληθυντικό
atrapados
θηλυκό ενικό
atrapada
θηλυκό πληθυντικό
atrapadas
θεματικό πεδίο
estado, situación, confinamiento
Παραδείγματα
El animal quedó atrapado en la jaula. 

Το ζώο παγιδεύτηκε στο κλουβί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store