atractivo

Ορισμός και σημασία του "atractivo"στα ισπανικά

01

ελκυστικός, γοητευτικός

que causa interés, admiración o agrado por su apariencia o personalidad
atractivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atractivo
συγκριτικός βαθμός
más atractivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atractivo
αρσενικό πληθυντικό
atractivos
θηλυκό ενικό
atractiva
θηλυκό πληθυντικό
atractivas
Παραδείγματα
Me parece atractivo el diseño de este coche.
Μου φαίνεται ελκυστικός ο σχεδιασμός αυτού του αυτοκινήτου.
01

ελκυστικότητα, γοητεία

cualidad que hace que algo o alguien sea interesante o agradable
el atractivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atractivos
Παραδείγματα
El atractivo de la ciudad radica en su historia y cultura.
Η έλξη της πόλης βρίσκεται στην ιστορία και τον πολιτισμό της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store