aséptico
asép
ˈasep
asep
ti
ti
ti
co
ko
ko
ascéticoasmáticoasiático

Ορισμός και σημασία του "aséptico"στα ισπανικά

01

ασηπτικός, στείρος

libre de microorganismos que causan infecciones, como bacterias, virus y hongos 
aséptico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aséptico
αρσενικό πληθυντικό
asépticos
θηλυκό ενικό
aséptica
θηλυκό πληθυντικό
asépticas
Παραδείγματα
El material quirúrgico debe ser completamente aséptico. 

Το χειρουργικό υλικό πρέπει να είναι εντελώς ασηπτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store