Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aséptico
01
ασηπτικός, στείρος
libre de microorganismos que causan infecciones, como bacterias, virus y hongos
Παραδείγματα
La solución se envasa en condiciones asépticas.
Το διάλυμα συσκευάζεται σε ασηπτικές συνθήκες.



























