Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asustadizo
01
φοβιτσιάρης, δειλός
que se asusta con facilidad o ante cualquier cosa inesperada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más asustadizo
συγκριτικός βαθμός
más asustadizo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asustadizo
αρσενικό πληθυντικό
asustadizos
θηλυκό ενικό
asustadiza
θηλυκό πληθυντικό
asustadizas
Παραδείγματα
Los animales asustadizos necesitan tiempo para adaptarse.
Τα φοβιτσιάρικα ζώα χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν.



























