asumir
Pronunciation
/ˌasumˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "asumir"στα ισπανικά

asumir
01

υποθέτω, θεωρώ

tomar algo como cierto
asumir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
asume
ενεστώτα μετοχή
asumiendo
απλός αόριστος
asumí
παθητική μετοχή
asumido
Παραδείγματα
Asumimos que el clima estará bueno mañana.
02

αναλαμβάνω, αναδέχομαι

aceptar o encargarse de una responsabilidad, tarea o función
Παραδείγματα
Asumieron el reto con mucha determinación.
Ανέλαβαν την πρόκληση με μεγάλη αποφασιστικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store