Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asumir
01
υποθέτω, θεωρώ
tomar algo como cierto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
asume
ενεστώτα μετοχή
asumiendo
απλός αόριστος
asumí
παθητική μετοχή
asumido
Παραδείγματα
Ella asumió que llegaría temprano.
02
αναλαμβάνω, αναδέχομαι
aceptar o encargarse de una responsabilidad, tarea o función
Παραδείγματα
Decidió asumir el proyecto sin ayuda externa.
Αποφάσισε να αναλάβει το έργο χωρίς εξωτερική βοήθεια.



























